Υποθαλαμική Αμηνόρροια
Ασταθής ή αραιή ωορρηξία χάρη στην έλλειψη έκκρισης ωοθυλακιορρηκτικών ορμονών από την υπόφυση. Μπορεί να προκληθεί από ανωμαλίες στα επίπεδα της προλακτίνης και στη λειτουργία του θυρεοειδούς. Συχνά παρατηρείται σε νεαρές αθλήτριες, που δεν έχουν καθόλου λίπος στο σώμα τους.
Υποδοχείς της ινσουλίνης
Περιοχές στην κυτταρική μεβράνη (το εξωτερικό τμήμα του κυττάρου) που επιτρέπουν στην ινσουλίνη να προκολληθεί στο κύτταρο. Όταν συμβεί αυτό, το κύτταρο μπορεί να προσλάβει τη γλυκόζη (σάκχαρο) από την κυκλοφορία και να το χρησιμοποιήσει για την παραγωγή ενέργειας.
Υποδόρια ένεση
Ένεση στο υποδόριο λίπος, που γίνεται με μια μικρή και λεπτή βελόνα. Με υποδόριες ενέσεις συνήθως, χορηγούνται τα φάρμακα της εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Υποδεκτικότητα του ενδομητρίου
Η ικανότητα της μήτρας να επιτρέπει σε ένα έμβρυο να εμφυτευθεί. Το ενδομήτριο είναι υποδεκτικό μόνο κατά το παράθυρο της ωορρηξίας, δηλαδή 6 με 10 μέρες από την ωορρηξία.
Υπογονιμότητα
Η αδυναμία επίτευξης κύησης (σύλληψης) μετά από ένα χρόνο ελεύθερων επαφών ή αδυναμία μιας γυναίκας να φέρει σε πέρας μια εγκυμοσύνη.
Υπερτρίχωση
Είναι η υπερπαραγωγή και η υπεραφθονία τριχών στο σώμα, όπως στο μουστάκι ή στο εφήβαιο, όταν οι τρίχες εξαπλώνονται προς τον ομφαλό και παρατηρείται στις γυναίκες με υπερέκκριση ανδρογόνων.
Υπέρταση
Όταν το αίμα ρέει στα αγγεία με μεγαλύτερη δύναμη από το φυσιολογικό. Η υπέρταση καταπονεί την καρδιά, βλάπτει τις αρτηρίες και αυξάνει τον κίνδυνο για έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο και προβλήματα στα νεφρά.
Υπερπρολακτιναιμία
Μια κατάσταση στην οποία η υπόφυση εκκρίνει υψηλή ποσότητα προλακτίνης. Η προλακτίνη καταστέλλει την παραγωγή της FSH και της LH, μειώνει τη σεξουαλική διάθεση (λίμπιντο) σε άνδρες και γυναίκες και καταστέλλει τη λειτουργία των ωοθηκών (στις γυναίκες).
Υπερινσουλιναιμία
Τα υψηλά επίπεδα ινσουλίνης στο αίμα. Αυτός ο όρος συχνά αναφέρεται σε μια κατάσταση, στην οποία ο οργανισμός υπερπαράγει ινσουλίνη. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτή η κατάσταση μπορεί να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην εμφάνιση του μη ινσουλινο-εξαρτώμενου διαβήτη (Διαβήτης τύπου II) και της υπέρτασης.