Posts in Α
Αποτρίχωση
Μια τεχνική αφαίρεσης τριχών. Ένα χημικό που απλώνεται στην επιφάνεια του δέρματος, διαλύει την ανεπιθύμητη τριχοφυΐα.
Απότομη αύξηση της Ωχρινοποιητικής Ορμόνης (LH)
Η απελευθέρωση της ωχρινοποιητικής ορμόνης (LH) που επιφέρει την ωορρηξία και την αποδέσμευση του ώριμου ωαρίου από το ωοθυλάκιο. Τα τεστ της ωορρηξίας (που υπάρχουν στα φαρμακεία) ανιχνεύουν την απότομη αύξηση της LH, που σηματοδοτεί την έναρξη της ωορρηξίας (μεταξύ 24 και 36 ωρών).
Αντισυλληπτικό
Ένα φάρμακο το οποίο αποτρέπει την ωορρηξία και μια εγκυμοσύνη. Περίπου 3% των γυναικών δεν θα μπορούν να κάνουν ωορρηξία όταν σταματήσουν να το παίρνουν. Το αντισυλληπτικό χάπι μπορεί να καλύψει συμπτώματα προβλημάτων υπογονιμότητας, όπως για παράδειγμα ένας ασταθής κύκλος ή ενδομητρίωση. Μπορεί όμως και να χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο αυτών των συμπτωμάτων και για […]
Αντίσταση στην ινσουλίνη
Πολλοί άνθρωποι παράγουν ινσουλίνη, αλλά τα σώματά τους δεν αντιδρούν στη δράση της ινσουλίνης. Η φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού σε μια δεδομένη ποσότητα ινσουλίνης είναι η μεταφορά της γλυκόζης μέσα στο εσωτερικό του κυττάρου (στο κυτταρόπλασμα). Αυτό μπορεί να συμβαίνει όταν το άτομο είναι υπέρβαρο και έχει πολλά λιποκύτταρα, τα οποία δεν αντιδρούν θετικά στη […]
Ανταγωνιστής της ινσουλίνης
Κάτι το οποίο αντιτίθεται ή αντιπαλεύει τη δράση της ινσουλίνης. Η ινσουλίνη μειώνει τα επίπεδα του σακχάρου στο αίμα ενώ το γλυκαγόνο τα ανεβάζει. Έτσι, το γλυκαγόνο ονομάζεται ανταγωνιστής της ινσουλίνης.
Ανθρώπινη Εμμηνοπαυσιακή Γοναδοτροπίνη (hMG)
Ο συνδυασμός των ορμονών FSH και LH, οι οποίες αποβάλλονται από τα ούρα των εμμηνοπαυσιακών γυναικών. Χρησιμοποιείται για την πρόκληση της ωοθυλακιορρηξίας σε πολλές θεραπείες γονιμότητας.
Ανθρώπινη Χοριακή Γοναδοτροπίνη (hCG)
Μια ορμόνη που παράγεται από τον πλακούντα. Φυσιολογικά, τα επίπεδα της hCG διπλασιάζονται κάθε δεύτερη με τρίτη μέρα στην αρχή της εγκυμοσύνης. Η αργή αύξηση των επιπέδων της hCG μπορεί να είναι ενδεικτική αποβολής ή εξωμητρίου κύησης. Αγνή hCG χορηγείται υπό ενέσιμη μορφή, για να προκαλέσει την ωορρηξία ή την ωρίμανση του ωαρίου κατά τη […]
Ανεπάρκεια του ωχρού σωματίου
Μια κατάσταση στην οποία το ενδομήτριο δεν αναπτύσσεται αρκετά λόγω ανεπαρκούς παραγωγής της προγεστερόνης ή ανικανότητας του ενδομητρίου να ανταποκριθεί στην προγεστερόνη. Η ανεπάρκεια του ωχρού σωματίου μπορεί να αποτρέψει την εμφύτευση του εμβρύου ή να προκαλέσει αποβολή.